αναπάντεχος
επίθετο1. Που συμβαίνει χωρίς προειδοποίηση ή χωρίς να το περιμένει κανείς.
2. Που προκαλεί έκπληξη επειδή διαφέρει από το συνηθισμένο ή το αναμενόμενο.
Συνώνυμα
απρόσμενος απρόοπτος απροσδόκητος ανέλπιστος ξαφνικός ξαφνιαστικός απρόβλεπτος αστάθμητος συνταρακτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναπάντεχη είδηση προκάλεσε ανησυχία.
- Ο παππούς μας έκανε μια αναπάντεχη επίσκεψη.
- Το πείραμα έδειξε ένα αναπάντεχο αποτέλεσμα.
- Οι αναπάντεχες δυσκολίες σταμάτησαν την πρόοδο.
- Η πορεία πήρε μια αναπάντεχη στροφή.