απροσδόκητος
επίθετο1. Που συμβαίνει ή εμφανίζεται χωρίς προηγούμενη πρόβλεψη ή προσδοκία.
2. Που προκαλεί έκπληξη επειδή δεν είχε αναμενθεί.
3. Που γίνεται ξαφνικά ή χωρίς προειδοποίηση.
Συνώνυμα
αναπάντεχος απρόσμενος απρόοπτος ξαφνικός αιφνίδιος απρόβλεπτος ανέλπιστος έκτακτος πρωτόγνωρος ασυνήθης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο απροσδόκητος επισκέπτης μπήκε στο σπίτι χωρίς προειδοποίηση.
- Ο απροσδόκητος σεισμός ξύπνησε όλη την πόλη τη νύχτα.
- Ο απροσδόκητος βαθμός στην εξέταση εξέπληξε τον φοιτητή.
- Ο απροσδόκητος ελιγμός του παίκτη άλλαξε την έκβαση του αγώνα.
- Ο απροσδόκητος εντοπισμός ενός σφάλματος ακύρωσε την αρχική λύση.