αναμενόμενος
επίθετο1. Που θεωρείται πιθανό ή προβλέψιμο ότι θα συμβεί, θα εμφανιστεί ή θα γίνει βάσει στοιχείων, συνθηκών ή προηγούμενης εμπειρίας.
2. Που συμβαίνει ή παρουσιάζεται σύμφωνα με τις προβλέψεις ή τη συνηθισμένη πορεία των γεγονότων.
Συνώνυμα
αναμεντός προβλεπόμενος προβλέψιμος προσδοκώμενος επικείμενος επερχόμενος φυσιολογικός μελλοντικός ελπιζόμενος πιθανός αναπόφευκτος βέβαιος προδιαγεγραμμένος τυπικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναμενόμενη άφιξη του τρένου καθυστέρησε μισή ώρα.
- Ο αναμενόμενος νικητής του διαγωνισμού ήταν προφανής.
- Το αναμενόμενο αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ήταν ένας συμβιβασμός.
- Οι αναμενόμενες θερμοκρασίες για αύριο είναι υψηλές.
- Στα μαθηματικά, η αναμενόμενη τιμή μιας τυχαίας μεταβλητής περιγράφει το μέσο όρο.