ιδιότυπος

επίθετο

1. Που παρουσιάζει χαρακτηριστικά ή ιδιότητες διαφορετικές από το σύνηθες ή τα καθιερωμένα, ώστε να ξεχωρίζει.

2. Που ακολουθεί ειδική, μη κοινή μορφή, τρόπο ή έκφραση σε σχέση με το γενικό πρότυπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γείτονας είναι ιδιότυπος άνθρωπος.
  • Η ταινία παρουσιάζει μια ιδιότυπη αίσθηση νοσταλγίας.
  • Ο καθηγητής είχε έναν ιδιότυπο τρόπο να εξηγεί τα δύσκολα θέματα.
  • Το μουσείο φιλοξενεί ένα ιδιότυπο εκθεσιακό πρότζεκτ που συνδυάζει τέχνη και τεχνολογία.
  • Το πρόβλημα προκάλεσε ένα ιδιότυπο σφάλμα στο σύστημα.