μάθηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία απόκτησης ή τροποποίησης γνώσεων, δεξιοτήτων, συμπεριφορών ή στάσεων μέσω εμπειρίας, μελέτης, διδασκαλίας ή εξάσκησης.
2. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, δηλαδή το σύνολο των αποκτηθέντων γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μάθηση είναι μια διαρκής διαδικασία που μας βοηθά να προσαρμοζόμαστε.
- Στο σχολείο προάγεται η μάθηση βασικών γνώσεων.
- Η μάθηση μέσα από την εμπειρία συχνά αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική.
- Η μάθηση μηχανών χρησιμοποιείται για την ανάλυση μεγάλων δεδομένων.
- Για την μάθηση νέων δεξιοτήτων χρειάζεται πρακτική και υπομονή.