παιδί
ουσιαστικόΆνθρωπος σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, από τη γέννηση έως την εφηβική ηλικία, ο οποίος βρίσκεται σε διαδικασία σωματικής, νοητικής και συναισθηματικής ωρίμανσης και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φροντίδα ενηλίκων.
Συνώνυμα
τέκνο καρπός κουτσούβελο παιδάκι μωράκι μωρούλης βρεφάκι βρεφούλι κοριτσάκι αγόρι κορίτσι πιτσιρίκι πιτσιρίκος παιδάρι μπόμπιρας μπέμπης παιδούλα παιδούλης γιος αγοράκι βλαστάρι εγγονάκι θυγατέρα ανήλικος γιός μωρό βρέφος νήπιο εφήβος νεαρός νεανίας απόγονος κόρη κόρα βλαστός κορούλα μαθήτρια παλικάρι μπεμπάκι νεανίσκος νεογέννητο παλικαράκι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί παίζει στο πάρκο.
- Οι γονείς αγκάλιασαν το παιδί τους μετά το σχολείο.
- Ως παιδί, φοβόμουν το σκοτάδι.
- Το παιδί γεννήθηκε υγιές χθες το βράδυ.
- Άρχισε να συμπεριφέρεται σαν παιδί όταν έχασε το παιχνίδι.