εγγονή

ουσιαστικό

Θηλυκό τέκνο ενός ατόμου, δηλαδή το παιδί του γιου ή της κόρης του.

Συνώνυμα

εγγόνι εγγονάκι εγγονούλα εγγονίτσα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εγγονή μου παίζει στον κήπο.
  • Η εγγονή του είναι μόλις δύο ετών.
  • Τη Δευτέρα θα πάμε να δούμε την εγγονή μας στο σχολείο.
  • Στην οικογενειακή συγκέντρωση όλοι αγκάλιασαν την εγγονή.
  • Η εγγονή κληρονόμησε την παλιά συλλογή φωτογραφιών της γιαγιάς.