παιδούλα
ουσιαστικό1. Μικρό σε ηλικία κορίτσι, συνήθως βρέφος ή παιδί προσχολικής ή πρώτης σχολικής ηλικίας.
2. Υποκοριστική και τρυφερή αναφορά σε κορίτσι, που εκφράζει στοργή ή ευαισθησία όταν χρησιμοποιείται ως προσφώνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παιδούλα κοιμάται στο καρότσι.
- Έλα εδώ, παιδούλα μου, να σου δώσω ένα μπισκότο.
- Η γιαγιά θυμήθηκε την παιδούλα που κρατούσε στην αγκαλιά της όταν ήταν μικρή.
- Όταν αρρώστησε, ολόκληρη η γειτονιά φρόντισε την παιδούλα.
- Την φώναζε παιδούλα με τρυφερότητα κάθε φορά που τη συναντούσε.