αγόρι
ουσιαστικό1. Άτομο νεαρής ηλικίας αρσενικού φύλου, συνήθως παιδί ή έφηβος.
2. Άνδρας νεαρής ηλικίας ή νεαρός ενήλικας.
3. Άτομο ανδρικού φύλου με το οποίο κάποιος διατηρεί ρομαντική ή ερωτική σχέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αγόρι παίζει στην αυλή.
- Η Μαρία έχει νέο αγόρι.
- Βοήθησα ένα αγόρι που είχε χαθεί στην αγορά.
- Το αγόρι του διπλανού σπιτιού δουλεύει στο καφενείο.
- Έλα εδώ, αγόρι!