μητέρα
ουσιαστικό1. Γυναίκα που έχει γεννήσει ή έχει νομική ή βιολογική ευθύνη για την ανατροφή ενός παιδιού, παρέχοντας φροντίδα, σωματική και συναισθηματική υποστήριξη και καθοδήγηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μητέρα τού του έδωσε ένα δώρο.
- Η αγάπη της μητέρας είναι ανιδιοτελής.
- Μητέρα, μπορείς να με βοηθήσεις;
- Η πατρίδα μας, η μητέρα πατρίδα, γιορτάζει την επέτειο.
- Η μητέρα εταιρεία ανακοίνωσε συγχώνευση.