βρεφάκι

ουσιαστικό

Μικρό παιδί πολύ μικρής ηλικίας, συνήθως βρέφος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το βρεφάκι κοιμάται ήρεμα στην κούνια του.
  • Η μητέρα τάισε το βρεφάκι πριν από λίγο.
  • Το βρεφάκι χρειάζεται πολλή φροντίδα και προσοχή.
  • Στο καροτσάκι είχε κουκουλωθεί το βρεφάκι για να μην κρυώνει.
  • Τα πρώτα χαμόγελα του βρεφάκι ήταν συγκινητικά.