μωράκι
ουσιαστικό1. Μικρό παιδί στην πρώιμη βρεφική ηλικία, νεογέννητο ή βρέφος που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους ενήλικες για τροφή, φροντίδα και προστασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μωράκι κοιμάται ήσυχα στην κούνια.
- Το μωράκι γεννήθηκε χθες το βράδυ και όλοι είναι χαρούμενοι.
- Έλα εδώ, μωράκι μου, μην κλαις.
- Το κορίτσι αγκάλιασε το μωράκι της.
- Η γάτα φρόντιζε τρυφερά το μωράκι της.