αγοράκι
ουσιαστικό1. Παιδί αρσενικού φύλου σε νεαρή ηλικία, συνήθως πριν την εφηβεία.
2. Υποκοριστικός ή τρυφερός τρόπος αναφοράς σε αγόρι ή νεαρό άνδρα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αγοράκι παίζει στον κήπο.
- Το αγοράκι μου κοιμάται τώρα.
- Έλα εδώ, αγοράκι μου.
- Το αγοράκι της γειτόνισσας πήρε καλό βαθμό στο σχολείο.
- Τον αντιμετώπιζαν σαν αγοράκι λόγω της ηλικίας του.