μαθήτρια
ουσιαστικό1. Άτομο θηλυκού γένους που παρακολουθεί μαθήματα σε σχολείο ή άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα για την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων.
Συνώνυμα
μαθητής φοιτήτρια σπουδάστρια εκπαιδευόμενη μαθητευόμενη σπουδαστής μαθητευτής παιδί μαθητούλα φοιτητούλα σπουδούλα πρωτοετής νεοεισερχόμενη εκπαιδευόμενος έφηβος έφηβη
Αντώνυμα
δασκάλα δάσκαλος καθηγήτρια καθηγητής εκπαιδευτικός διδασκάλισσα διδάσκαλος προπονητής παιδαγωγός εκπαιδεύτρια δασκαλίτσα προπονήτρια
Παραδείγματα χρήσης
- Η μαθήτρια έδωσε προσοχή στο μάθημα.
- Η μαθήτρια κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό.
- Η μαθήτρια παρακολουθεί ιδιαίτερα μαθηματικά κάθε Σάββατο.
- Η μαθήτρια της ξενόγλωσσης τάξης βελτίωσε τα αγγλικά της.
- Είναι μαθήτρια της ζωής και μαθαίνει από κάθε εμπειρία.