γέρος

άλλο

1. Άτομο αρσενικού φύλου που βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία και συνήθως φέρει εμφανή βιολογικά ή εξωτερικά σημάδια γήρανσης.

2. Που έχει προχωρημένη ηλικία ή εμφανίζει σημάδια γήρανσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γέρος κάθεται στο παγκάκι και ταΐζει τα περιστέρια.
  • —Έλα, γέρος, μην στεναχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά.
  • Είναι γέρος στη μηχανική, ξέρει κάθε βίδα.
  • Οι γέροι του χωριού μαζεύονται κάθε απόγευμα στην πλατεία.
  • Μετά την απαιτητική βάρδια, ένιωθα γέρος και ήθελα μόνο να κοιμηθώ.