νταντά
ουσιαστικόΠρόσωπο που προσλαμβάνεται από οικογένεια για τη φροντίδα και επίβλεψη βρεφών ή παιδιών, αναλαμβάνοντας καθήκοντα όπως τάισμα, καθαριότητα, αλλαγές ρουχισμού, οργάνωση παιχνιδιού, εκπαίδευση βασικών καθημερινών συνηθειών και συνοδεία σε δραστηριότητες, είτε με μόνιμη παρουσία στο σπίτι είτε προσωρινά.
Συνώνυμα
γκουβερνάντα παιδοκόμος μπέιμπι-σίτερ νταντάς φροντίστρια φροντιστής παιδαγωγός υπηρέτρια κυρία νταντάκι μάνα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νταντά προσέχει το μωρό όταν οι γονείς λείπουν.
- Πήραμε μια έμπειρη νταντά για τις διακοπές μας.
- Την Παρασκευή η νταντά άλλαξε την πάνα του μωρού και το τάισε.
- Δεν θέλω να μου κάνουν συνέχεια τη νταντά· θέλω να μάθω να φροντίζω μόνος μου.
- Οι γονείς πλήρωσαν επιπλέον για νυχτερινή νταντά.