γιος
ουσιαστικό1. Άτομο αρσενικού φύλου που είναι τέκνο ενός ή και των δύο γονέων, βιολογικό ή υιοθετημένο, σε σχέση προς τη μητέρα και τον πατέρα.
2. Άτομο που προέρχεται από κάποιον ή κάποια οικογένεια, απόγονος σε ευρύτερη γενεαλογική έννοια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γιος μου πέρασε τις εισαγωγικές εξετάσεις.
- Ο γιος του γείτονα προσφέρθηκε εθελοντής στο νοσοκομείο.
- Ο γιος του βασιλιά μεγάλωσε υπό αυστηρή εκπαίδευση.
- Ο γιος εργάζεται σκληρά για να επιτύχει τους στόχους του.
- Ο παλιός ήρωας θεωρείται γιος της πατρίδας.