γέροντας
ουσιαστικό1. Άνδρας μεγάλης ηλικίας, με εμφανή σημάδια γήρανσης και συσσωρευμένη εμπειρία ζωής.
2. Στη θρησκευτική και μοναστική παράδοση, πνευματικός καθοδηγητής ή προϊστάμενος που παρέχει πνευματική συμβουλή και καθοδήγηση.
Συνώνυμα
γέρος ηλικιωμένος παππούς παππούλης μπάρμπας πρεσβύτερος γεροντάκι γεροντάκος πατήρ πνευματικός ηγούμενος μοναχός παπάς συνταξιούχος πατριάρχης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γέροντας καθόταν σιωπηλός στο παγκάκι και παρατηρούσε τον κόσμο.
- Ο σεβαστός γέροντας της κοινότητας μίλησε πρώτος στη συνέλευση.
- Ο γέροντας μοναχός πέρασε αργά την πύλη του μοναστηριού.
- Οι γέροντες του χωριού συγκεντρώθηκαν για να πάρουν μια απόφαση.
- Στην παράδοση, ένας γέροντας μπορεί να θεωρείται πνευματικός καθοδηγητής.