παλικάρι

ουσιαστικό

1. Νεαρός άνδρας ή αγόρι, συνήθως με ζωηρή εμφάνιση και εμφανή σωματική δύναμη.

2. Άτομο που διακρίνεται για το θάρρος, την ανδρεία και την αξιοπρέπεια σε δοκιμασίες ή επικίνδυνες καταστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το παλικάρι βοήθησε την ηλικιωμένη να περάσει το δρόμο.
  • Στη μάχη το παλικάρι έδειξε μεγάλη ανδρεία.
  • Μπράβο, παλικάρι, έτσι να τα κάνεις!
  • Το παλικάρι μου κοιμήθηκε νωρίς χτες το βράδυ.
  • Όταν ήρθε η δυσκολία, δεν φάνηκε παλικάρι.