κοριτσάκι
ουσιαστικό1. Παιδί γένους θηλυκού σε μικρή ηλικία, πριν την εφηβεία.
2. Υποκοριστική ή στοργική αναφορά σε νεαρή γυναίκα ή κορίτσι, που δηλώνει τρυφερότητα ή οικειότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κοριτσάκι έπαιζε στην παιδική χαρά.
- Ένα κοριτσάκι έχασε το παιχνίδι του και έκλαψε.
- Βοήθησα το κοριτσάκι να διασχίσει το δρόμο.
- Μη φοβάσαι, κοριτσάκι μου, όλα θα πάνε καλά.
- Στο παραμύθι, το κοριτσάκι νίκησε τον δράκο με εξυπνάδα.