παππούλης
ουσιαστικό1. Οικεία, τρυφερή προσφώνηση ή υποκοριστικό για τον άνδρα που είναι παππούς σε μια οικογένεια.
2. Χαϊδευτικό προσωνύμιο για ηλικιωμένο άνδρα, που δηλώνει στοργή, τρυφερότητα ή οικειότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούλης μας κάθεται κάθε απόγευμα στην αυλή και διαβάζει εφημερίδα.
- Πήγαμε να δούμε τον παππούλη στο χωριό το Σαββατοκύριακο.
- Ο γείτονάς μας είναι ένας καλόκαρδος παππούλης που χαιρετά πάντα τα παιδιά.
- Η γιαγιά κι ο παππούλης μαγείρεψαν μαζί για όλη την οικογένεια.