εγγονάκι

ουσιαστικό

1. Παιδί του γιου ή της κόρης κάποιου, δηλαδή άμεσος απόγονος σε δεύτερη γενιά.

2. Μικρό σε ηλικία μέλος της δεύτερης γενιάς ή όρος στοργής και τρυφερότητας που χρησιμοποιείται για να δηλώσει οικειότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το εγγονάκι μου παίζει στον κήπο.
  • Έλα εδώ, εγγονάκι μου, να σου δώσω ένα μπισκότο.
  • Το εγγονάκι του πήρε πρώτο το βραβείο στο σχολείο.
  • Κοιμήσου, εγγονάκι, όλα θα πάνε καλά.
  • Στη φωτογραφία φαίνεται το πρώτο εγγονάκι της οικογένειας.