παιδάκι
ουσιαστικό1. Μικρό σε ηλικία άτομο, συνήθως βρέφος ή νήπιο, που χαρακτηρίζεται από περιορισμένη σωματική και νοητική ωρίμανση και από εξάρτηση από ενήλικες για φροντίδα και προστασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδάκι κοιμάται στην κούνια.
- Ο παππούς κρατούσε το παιδάκι στην αγκαλιά του.
- Πες στον μπαμπά ότι ήσουν καλό παιδάκι.
- Μην τον υποτιμάς· δεν είναι παιδάκι.
- Το παιδάκι άρχισε να γελά μόλις είδε το σκυλάκι.