βλαστάρι
ουσιαστικό1. Μικρό νεαρό τμήμα φυτού που προκύπτει από τον οφθαλμό ή από σπόρο και αναπτύσσεται σε νέο κλαδί, φύλλο ή ρίζα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βλαστάρι του πλατάνου ξεπρόβαλε μετά τις πρώτες βροχές.
- Ο πατέρας κοίταξε με περηφάνια το βλαστάρι του που τελείωσε το σχολείο.
- Η προπονήτρια επένδυσε στο βλαστάρι της ομάδας, που δείχνει μεγάλο ταλέντο.
- Τον αποκάλεσε άδικα βλαστάρι, χωρίς να ξέρει την ιστορία του.
- Ένα βλαστάρι συνεργασίας ανάμεσα στις εταιρείες άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά.