προφανής
επίθετοΠου γίνεται άμεσα αντιληπτό ή κατανοητό από τα διαθέσιμα στοιχεία ή ενδείξεις, χωρίς ανάγκη περαιτέρω απόδειξης ή εξήγησης.
Συνώνυμα
εμφανής φανερός οφθαλμοφανής προδήλης πασίδηλος φανερότατος εμφανέστατος αντιληπτός καταφανής σαφής ξεκάθαρος ευδιάκριτος ορατός διαφανής αυτονόητος κατανοητός φαινομενικός διαυγής χτυπητός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προφανής λύση ήταν να ζητήσουμε βοήθεια.
- Ο προφανής λόγος της απουσίας του ήταν η ασθένεια.
- Δεν είναι πάντα προφανές τι θέλει ο πελάτης.
- Τα προφανή αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν την υπόθεση.
- Είναι προφανές ότι χρειάζεται περισσότερος χρόνος.