προφανής

επίθετο

Που γίνεται άμεσα αντιληπτό ή κατανοητό από τα διαθέσιμα στοιχεία ή ενδείξεις, χωρίς ανάγκη περαιτέρω απόδειξης ή εξήγησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προφανής λύση ήταν να ζητήσουμε βοήθεια.
  • Ο προφανής λόγος της απουσίας του ήταν η ασθένεια.
  • Δεν είναι πάντα προφανές τι θέλει ο πελάτης.
  • Τα προφανή αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώνουν την υπόθεση.
  • Είναι προφανές ότι χρειάζεται περισσότερος χρόνος.