ανεπιτήδευτος
επίθετοΠου χαρακτηρίζεται από απλότητα και φυσικότητα, χωρίς επιτηδευμένη συμπεριφορά ή έκφραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιτηδευμένος εξεζητημένος σοβαροφανής φτιαχτός στημένος ποζάτος δήθεν αφύσικος στολισμένος κατασκευασμένος κομψευόμενος πομπώδης ψεύτικος απαιτητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λόγος του ήταν ανεπιτήδευτος και άμεσος, χωρίς περιττές εκφράσεις.
- Φόρεσε ένα ανεπιτήδευτο φόρεμα για τη βραδινή έξοδο.
- Παρά την επιτυχία του, έμεινε ανεπιτήδευτος και προσιτός στους άλλους.
- Το σπίτι είχε μια ανεπιτήδευτη αισθητική, απλή αλλά ζεστή.
- Η γραφή της είναι ανεπιτήδευτη, γι' αυτό και διαβάζεται εύκολα.