διακριτός
επίθετο1. Που μπορεί να διακριθεί από άλλα αντικείμενα ή φαινόμενα επειδή παρουσιάζει χαρακτηριστικά που το κάνουν αναγνωρίσιμο.
2. Που αποτελείται από διακριτές, ξεχωριστές μονάδες ή στοιχεία και δεν είναι συνεχές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ήχος ήταν διακριτός ακόμη κι όταν έκλεισαν τα φώτα.
- Στην έκθεση παρουσιάστηκαν διακριτοί τομείς της τεχνολογίας.
- Τα δεδομένα που συλλέξαμε είναι διακριτά, οπότε εφαρμόζουμε διαφορετικές μεθόδους ανάλυσης.
- Υπήρχε μια διακριτή διαφορά στο χρώμα των δύο υφασμάτων.
- Το σύστημα λειτουργεί σε διακριτό χρόνο, δηλαδή με διαδοχικά δείγματα.