αμφιλεγόμενος
επίθετο1. Που προκαλεί διαφωνίες ή διχογνωμία μεταξύ ανθρώπων λόγω διαφορετικών απόψεων, κρίσεων ή ερμηνειών.
2. Που είναι υπό αμφισβήτηση όσον αφορά την ορθότητα, την ηθικότητα ή την αποδοχή του.
Συνώνυμα
διαφιλονικούμενος διαμφισβητούμενος επίμαχος αμφισβητούμενος συζητήσιμος διχαστικός αμφισβητήσιμος αντιλεγόμενος προβληματικός αμφίσημος αμφίβολος αντιφατικός προκλητικός σκανδαλώδης επιλήψιμος ασάφης κατακριτέος
Αντώνυμα
αδιαμφισβήτητος αναμφισβήτητος αποδεκτός ομόφωνος συμφωνημένος παραδεδεγμένος σαφής ξεκάθαρος αναγνωρισμένος εγκεκριμένος δημοφιλής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αμφιλεγόμενος πολιτικός προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Η αμφιλεγόμενη απόφαση του δικαστηρίου διχάζει το κοινό.
- Το αμφιλεγόμενο πείραμα έθεσε υπό αμφισβήτηση τα αποτελέσματα.
- Οι αμφιλεγόμενοι καλλιτέχνες προκάλεσαν ευρεία δημόσια συζήτηση.
- Το ζήτημα παραμένει αμφιλεγόμενο ακόμα και μεταξύ των ειδικών.