ακατανόητος

επίθετο

1. Που δεν γίνεται εύκολα να κατανοηθεί λόγω περίπλοκης δομής, ασαφούς έκφρασης ή πολυσύνθετων εννοιών.

2. Που γίνεται σκοπίμως ασαφές ή περιπλεγμένο, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η πρόσβαση στο νόημα ή στις πληροφορίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νόημα του ποιήματος ήταν ακατανόητο για πολλούς μαθητές.
  • Η συμπεριφορά του συναδέλφου ήταν ακατανόητη και ανησύχησε όλους.
  • Οι οδηγίες στη συσκευασία ήταν ακατανόητες και δεν καταφέραμε να συναρμολογήσουμε το έπιπλο.
  • Οι λόγοι που ανέφερε ο πολιτικός ήταν ακατανόητοι για το κοινό.
  • Ο διάλογος μεταξύ τους ήταν ακατανόητος επειδή χρησιμοποίησαν τεχνικούς όρους.