ειδοποίηση
ουσιαστικό1. Πληροφόρηση που γνωστοποιείται σε πρόσωπο ή ομάδα σχετικά με ένα γεγονός, μια αλλαγή, μια υποχρέωση ή ένα αίτημα, με σκοπό την ενημέρωση και την πιθανή ανταπόκριση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έλαβα μια ειδοποίηση στο κινητό για νέο μήνυμα.
- Ο εργοδότης έστειλε επίσημη ειδοποίηση για την καταγγελία της σύμβασης.
- Οι αρχές εξέδωσαν ειδοποίηση για επικείμενη καταιγίδα και ισχυρούς ανέμους.
- Έλαβα ειδοποίηση υπενθύμισης για το ραντεβού μου αύριο το πρωί.
- Κρεμάστηκε ειδοποίηση στην είσοδο του κτιρίου με τις νέες οδηγίες ασφαλείας.