απόρρητο
ουσιαστικό1. Πληροφορία, έγγραφο ή θέμα που υπόκειται σε περιορισμούς πρόσβασης και διάδοσης για λόγους ασφάλειας, προστασίας προσωπικών δεδομένων ή δημόσιου συμφέροντος.
Συνώνυμα
μυστικό εμπιστευτικό διαβαθμισμένο εμπιστευτικότητα εχεμύθεια απόκρυφο κρυφό ιδιωτικό μυστικότητα ανωνυμία ιδιωτικότητα προσωπικό κρυπτός
Αντώνυμα
δημόσιο ανοιχτό φανερό διαφανές δημοσιοποιημένο δημοσιευμένο δημοσιότητα δημόσιος προσβάσιμο κοινό γνωστό ντοκουμέντο προκήρυξη
Παραδείγματα χρήσης
- Το απόρρητο των εγγράφων κρίνεται απαραίτητο για την εθνική ασφάλεια.
- Η εταιρεία διασφαλίζει το απόρρητο των προσωπικών δεδομένων των χρηστών.
- Μην αποκαλύψεις το απόρρητο της συνομιλίας μας σε κανέναν.
- Πρόκειται για απόρρητο έγγραφο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται η αναπαραγωγή του.
- Ο γιατρός τήρησε το απόρρητο των πληροφοριών για την υγεία της ασθενούς.