πανό
ουσιαστικόΤμήμα ύφασματος, πλαστικού ή άλλου υλικού, συνήθως μεγάλης επιφάνειας, που φέρει κείμενο, εικόνες ή σύμβολα και χρησιμοποιείται για ανακοίνωση, προώθηση, έκφραση διαμαρτυρίας ή διακόσμηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πανό των διαδηλωτών είχε σύνθημα κατά της ανεργίας.
- Κρέμασαν μεγάλα πανό στην πρόσοψη του εμπορικού κέντρου για τις εκπτώσεις.
- Στο γάμο κρέμασαν πολύχρωμο πανό πάνω από την είσοδο.
- Στο φεστιβάλ το σκηνικό περιλάμβανε ένα ζωγραφισμένο πανό ως φόντο.
- Η στέγη έμεινε καλυμμένη με ένα αδιάβροχο πανό μετά τη θύελλα.
- Τα πανό στην πλατεία τραβούσαν την προσοχή των περαστικών.