χαμπάρι

ουσιαστικό

Κατάσταση ή αίσθημα επίγνωσης ή αντίληψης ενός γεγονότος, μιας πληροφορίας ή μιας αλλαγής στο περιβάλλον, που χρησιμοποιείται κυρίως στην ανεπίσημη/λαϊκή γλώσσα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν πήρε χαμπάρι ότι τον παρακολουθούσαν.
  • Μην του δώσεις χαμπάρι, είναι έκπληξη.
  • Πήρε χαμπάρι την απάτη και ειδοποίησε την αστυνομία.
  • Πάρε χαμπάρι ότι από εδώ και πέρα πρέπει να δουλέψεις πιο σκληρά.
  • Έκαναν τη δουλειά τους τόσο διακριτικά που κανείς δεν πήρε χαμπάρι.