μεθοδικός

επίθετο

1. Που ενεργεί ή εργάζεται σύμφωνα με οργανωμένο σχέδιο και προκαθορισμένη σειρά βημάτων, με προσοχή στην τάξη και την ακρίβεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μεθοδικός καθηγητής σχεδιάζει κάθε μάθημα λεπτομερώς.
  • Η μεθοδική φοιτήτρια οργανώνει το χρόνο της για να προετοιμαστεί σωστά.
  • Η ομάδα εφάρμοσε ένα μεθοδικό πλάνο για την έρευνα της αγοράς.
  • Οι μεθοδικοί τεχνικοί έλεγξαν συστηματικά κάθε συσκευή.
  • Για να πετύχει κάποιος στον διαγωνισμό χρειάζεται να είναι μεθοδικός.