υπεροπτικός

επίθετο

1. Που εκφράζει ή έχει υπερβολική αίσθηση ανωτερότητας απέναντι σε άλλους, συμπεριφερόμενο με απορριπτική ή περιφρονητική στάση.

2. Που παρουσιάζει υπερβολική αυτοεκτίμηση, μειώνοντας ή υποτιμώντας τις ικανότητες και απόψεις των άλλων.

Συνώνυμα

αλαζονικός αλαζόνας αλαζονεμένος ψωνισμένος καβαλημένος υπερόφρων υψηλόφρων κομπαστικός αυτοθαυμαστής αυταρέσκης εγωιστικός εγωιστής εγωκεντρικός αυθάδης θρασύς περήφανος υπερήφανος αγέρωχος σοβαροφανής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής ήταν υπεροπτικός απέναντι στους φοιτητές.
  • Η απάντησή της ήταν υπεροπτική και πλήγωσε τους συνομιλητές της.
  • Έριξε ένα υπεροπτικό χαμόγελο όταν άκουσε την επιχειρηματολογία του αντιπάλου.
  • Οι δηλώσεις τους ακούγονταν υπεροπτικές και αποθαρρυντικές.
  • Το ύφος της κριτικής ήταν υπεροπτικό και έκανε πολλούς να απομακρυνθούν.