απέραντος
επίθετο1. Που εκτείνεται σε τεράστια έκταση ή μέγεθος, χωρίς εμφανές τέλος ή όρια.
2. Που δηλώνει μεγάλη ένταση, βάθος ή έκταση ενός αισθήματος, μιας ιδέας ή μιας κατάστασης.
3. Που δεν έχει σαφές όριο σε ποσότητα, διάρκεια ή δυνατότητα μέτρησης.
Συνώνυμα
αχανής ατελείωτος απροσμέτρητος απεριόριστος ανεξάντλητος άπειρος τεράστιος πελώριος γιγάντιος κολοσσιαίος αβυσσαλέος ανυπολόγιστος ασύλληπτος αστείρευτος ευρύς πλατύς μαμούθ υπερμεγέθης μακρύς άφθονος μεγάλος αέναος αμέτρητος
Αντώνυμα
πεπερασμένος περιορισμένος οριοθετημένος ορισμένος στενός μικρός σύντομος μετρημένος υπολογίσιμος συγκεκριμένος ελάχιστος παραμικρός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ουρανός φαίνεται απέραντος τη νύχτα.
- Η απέραντη θάλασσα απλωνόταν μπροστά μας.
- Το απέραντο πεδίο γέμιζε το βλέμμα με πράσινο.
- Ένιωσε απέραντη λύπη για τα χαμένα χρόνια.
- Η απέραντη αγάπη του για τη μουσική τον οδηγούσε παντού.
- Οι απέραντοι ορίζοντες της σκέψης του δεν είχαν όρια.