επιβάλλομαι

ρήμα

1. Υφίσταμαι αναγκαστική επιβολή κανόνων, αποφάσεων ή μέτρων από εξωτερική δύναμη ή εξουσία.

2. Καθιερώνω τη δική μου παρουσία, άποψη ή θέση με έντονο ή πιεστικό τρόπο ώστε να γίνεται αποδεκτή ή κυρίαρχη.

Συνώνυμα

απαιτείται υποχρεούμαι επιβάλλεται πρέπει χρειάζεται επιβάλλω επικρατώ κυριαρχώ επιμένω παρενοχλώ ισχύω θριαμβεύω καταλαμβάνω

Αντώνυμα

επιτρέπεται παραμελούμαι παραβλέπομαι απορρίπτομαι αμφισβητούμαι ελευθερώνομαι αρνούμαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο νέος διευθυντής επιβάλλεται αμέσως στον χώρο με την αποφασιστικότητά του.
  • Σε μια δημοκρατία δεν πρέπει να επιβάλλεται η γνώμη του ενός στους πολλούς.
  • Το σχέδιο επιβάλλεται να ολοκληρωθεί πριν από το τέλος της εβδομάδας.
  • Δεν επιβάλλομαι στους άλλους, αλλά προσπαθώ να τους πείσω με επιχειρήματα.
  • Η παρουσία του στο τραπέζι επιβάλλεται από τους κανόνες της τελετής.
  • Με την αυτοπεποίθησή της επιβλήθηκε γρήγορα στην ομάδα.