υποδύομαι
ρήμα1. Αναλαμβάνω και παρουσιάζω έναν ρόλο ή χαρακτήρα σε θεατρική, κινηματογραφική ή άλλη παραστατική απόδοση.
Συνώνυμα
υποκρίνομαι ερμηνεύω παριστάνω προσποιούμαι παίζω αποδίδω μεταμφιέζομαι παρουσιάζομαι μασκαρεύομαι μιμούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην παράσταση θα υποδύομαι τον βασιλιά.
- Η Μαρία υποδύεται μια δημοσιογράφο στη νέα ταινία.
- Ο ηθοποιός υποδύθηκε τον γιατρό με μεγάλη επιτυχία.
- Πρέπει να υποδυθώ έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα.
- Στη θεατρική ομάδα, τα παιδιά υποδύονται διάφορους ρόλους.