προκύπτω
ρήμα1. Εμφανίζομαι ή αναδύομαι ως αποτέλεσμα ή επακόλουθο κάποιας αιτίας, ενέργειας ή κατάστασης.
2. Γίνομαι σαφές ή αποδεικνύεται ύστερα από εξέταση, ανάλυση ή παρουσίαση στοιχείων.
Συνώνυμα
παρουσιάζεται ανακύπτω εμφανίζεται απορρέει διαφαίνεται εκδηλώνεται συνάγεται εξάγεται φαίνεται συμβαίνω γίνομαι τυχαίνω αποδεικνύομαι διαφαίνομαι γεννιέται αναδύεται ξεπροβάλλει ξεπηδά αναφύεται εκκολάπτεται αναφλέγεται αποκαλύπτεται φαίνομαι βγαίνω εμφανίζομαι αληθεύω αναδύομαι
Αντώνυμα
εξαφανίζεται κρύβεται παύει αναστέλλεται καταστέλλεται ακυρώνεται αναιρείται αποτρέπεται σβήνεται μηδενίζεται αποκρύπτεται ανατρέπεται
Παραδείγματα χρήσης
- Από τα στοιχεία προκύπτει ότι η ζήτηση έχει αυξηθεί.
- Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης προέκυψε ένα τεχνικό πρόβλημα.
- Αν δεν διευκρινιστούν οι όροι, ενδέχεται να προκύψουν διαφωνίες.
- Από τη συμφωνία προκύπτουν υποχρεώσεις και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη.
- Συχνά μου προκύπτουν καινούργιες ιδέες όταν συζητώ με συνεργάτες.