κούκλα
ουσιαστικό1. Αντικείμενο που αναπαριστά ανθρώπινη μορφή, συχνά σε μικρή κλίμακα, κατασκευασμένο από ύφασμα, πλαστικό, ξύλο ή άλλα υλικά και προορισμένο για παιχνίδι, διακόσμηση, συλλογή ή εκπαιδευτική χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί κρατούσε τη κούκλα στην αγκαλιά του.
- Είσαι κούκλα!
- Έλα εδώ, κούκλα, πες γεια στη γιαγιά.
- Η παλιά κούκλα στο ράφι είναι πολύτιμη.
- Δεν θα αφήσω κανέναν να με κάνει κούκλα στα χέρια του.