καλλονή
ουσιαστικόΙδιότητα ή άτομο που προκαλεί ευχάριστη αισθητική εντύπωση λόγω αρμονίας μορφής, αναλογιών και χαρακτηριστικών· συχνά αναφέρεται σε γυναίκα με ελκυστική εμφάνιση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καλλονή μπήκε στην αίθουσα και τράβηξε όλα τα βλέμματα.
- Οι ποιητές υμνούν τη καλλονή της φύσης στα έργα τους.
- Ο ζωγράφος απέδωσε τη καλλονή του τοπίου με εξαιρετική λεπτομέρεια.
- Τη καλλονή που παρουσίαζε η διαφήμιση πολλοί την θεωρούσαν ψεύτικη.
- Την επέλεξαν ως καλλονή του φεστιβάλ, εκπροσωπώντας την ομορφιά της περιοχής.