νύφη
ουσιαστικό1. Γυναίκα που πρόκειται να παντρευτεί ή που παντρεύεται κατά την τελετή του γάμου.
2. Γυναίκα που είναι σύζυγος του γιου κάποιου, μέλος της οικογένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μετά τον γάμο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νύφη φορούσε λευκό φόρεμα και έλαμπε από χαρά.
- Όταν η νύφη μπήκε στην εκκλησία, όλοι σηκώθηκαν όρθιοι.
- Η νύφη του γιου μας είναι γιατρός.
- Το δαχτυλίδι της νύφης τράβηξε τα βλέμματα.
- Η νύφη και ο γαμπρός χόρεψαν τον πρώτο τους χορό.