κυρά

ουσιαστικό

1. Τίτλος που χρησιμοποιείται για να προσφωνήσει ή να αναφερθεί σε γυναίκα, συνήθως με σεβασμό ή οικειότητα.

2. Γυναίκα που έχει θέση κυρίας ή αρχόντισσας σε ένα σπίτι, περιουσία ή τόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κυρά τούς άνοιξε την πόρτα χαμογελώντας.
  • Η παλιά κυρά του χωριού ήταν γνωστή για τη φιλοξενία της.
  • Πήγε στην κυρά Μαρία να της δώσει τα νέα.
  • Στο παραμύθι, η καλή κυρά βοήθησε τα παιδιά.
  • Οι κυράδες της γειτονιάς βγήκαν να συζητήσουν στην αυλή.