παλληκάρι
ουσιαστικό1. Νεαρός άνδρας, συνήθως γεροδεμένος ή δυνατός, που χαρακτηρίζεται από θάρρος και αποφασιστικότητα.
2. Άνδρας ο οποίος επιδεικνύει ηρωισμό, γενναιότητα και ευθύτητα στις πράξεις του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλληκάρι της γειτονιάς πάντα βοηθάει τους ηλικιωμένους.
- Όλο το χωριό χειροκροτούσε το παλληκάρι που έσωσε το παιδί από το ποτάμι.
- Μπράβο, παλληκάρι μου, είμαι περήφανη για σένα.
- Τον αποκαλούν «το παλληκάρι του σπιτιού» επειδή αναλαμβάνει όλες τις δυσκολίες.
- Είναι καλό παλληκάρι, πάντα τελειώνει τη δουλειά στην ώρα της.