θηλυκό

άλλο

1. Που ανήκει ή σχετίζεται με το φύλο των θηλυκών οργανισμών ή φέρει χαρακτηριστικά, ιδιότητες ή ρόλους που συνδέονται με το θήλυ.

Συνώνυμα

γυναίκα γυναικείο θήλυ κοπέλα κυρία γκόμενα θηλυκιά γυνή κορίτσι κορασίδα γυναικώδης θηλυπρεπής κοπελιά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το θηλυκό ζώο φρόντισε τα μικρά του.
  • Η λέξη 'μητέρα' ανήκει στο θηλυκό γένος.
  • Ο βιολόγος επιβεβαίωσε ότι το δείγμα ήταν θηλυκό.
  • Το θηλυκό της φωλιάς εγκατέλειψε το αυγό.
  • Στο αρχείο σημειώθηκε το φύλο ως θηλυκό.