δεσποινίδα
ουσιαστικό1. Γυναίκα που δεν έχει παντρευτεί, συνήθως νεότερης ηλικίας.
2. Τίτλος προσφώνησης ή ευγενικός τρόπος απευθύνσεως προς τέτοια γυναίκα, ιδιαίτερα σε επίσημο ή παραδοσιακό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καλημέρα, δεσποινίδα, πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
- Η δεσποινίδα του διπλανού σπιτιού φρόντιζε τα λουλούδια κάθε πρωί.
- Έστειλε πρόσκληση στη δεσποινίδα Μαρία Κωνσταντίνου για την τελετή.
- Στο μυθιστόρημα, η ηρωίδα αναφέρεται απλώς ως δεσποινίδα χωρίς επώνυμο.
- Μη συμπεριφέρεσαι σαν δεσποινίδα, βοήθησε κι εσύ στις δουλειές του σπιτιού.