νεανίδα
ουσιαστικόΝεαρή γυναίκα, συνήθως έφηβη ή στην πρώιμη ενήλικη ηλικία, άτομο θηλυκού φύλου που βρίσκεται σε στάδιο νεότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νεανίδα διάβαζε ένα βιβλίο κάτω από τη βελανιδιά.
- Σε εκείνο το χωριό η νεανίδα ήταν γνωστή για την εξυπνάδα της.
- Ο μύθος περιγράφει μια νεανίδα που φύλαγε το ρέμα.
- Ω νεανίδα, μην ξεχνάς τα όνειρά σου.
- Την είδαν ως νεανίδα γεμάτη ελπίδα και δύναμη.