κοπελιά
ουσιαστικόΆτομο θηλυκού φύλου, συνήθως νεαρής ηλικίας, που αναφέρεται με ανεπίσημο ή φιλικό τρόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοπελιά στο διπλανό τραπέζι διάβαζε ένα βιβλίο.
- Έλα εδώ, κοπελιά, να σε βοηθήσω.
- Η κοπελιά του παντρεύτηκε πέρσι.
- Δεν είναι κοπελιά για να την υποτιμάς έτσι.
- Αυτή η κοπελιά έχει μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική.