εμπειρία
ουσιαστικό1. Σύνολο δεξιοτήτων, πληροφοριών και εντυπώσεων που αποκτάται μέσω άμεσης συμμετοχής, πρακτικής άσκησης ή παρατήρησης γεγονότων και καταστάσεων.
Συνώνυμα
βίωμα πείρα τριβή γνώση τεχνογνωσία εμπειρογνωμοσύνη προσόν εξοικείωση μάθημα περιπέτεια δοκιμή πρακτική κατάρτιση δεξιότητα επάρκεια σοφία πραγματικότητα ικανότητα ειδικότητα επιδεξιότητα υπόβαθρο ωριμότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εμπειρία μου στη διοίκηση με βοήθησε να λάβω σωστές αποφάσεις.
- Η πρώτη βουτιά στη θάλασσα ήταν μια αξέχαστη εμπειρία.
- Έχει μεγάλη εμπειρία στη διαχείριση έργων.
- Απέκτησα πολύτιμη εμπειρία δουλεύοντας με διαφορετικές ομάδες.
- Η κακή εμπειρία με την εταιρεία εκείνη με έκανε πιο προσεκτικό.
- Στην αίτηση πρέπει να αναφέρεις την εμπειρία σου.