στερούμαι

ρήμα

1. Βρίσκομαι χωρίς κάτι που θεωρείται απαραίτητο, χρήσιμο ή επιθυμητό.

2. Υφίσταμαι στέρηση ή αφαίρεση αγαθού, ιδιότητας ή δυνατότητας, με αποτέλεσμα την έλλειψη ή την απουσία του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη δουλειά συχνά στερούμαι χρόνου για να ολοκληρώσω όλες μου τις υποχρεώσεις.
  • Ως παιδί στερούμαι συχνά της στοργής που έπρεπε να λάβω.
  • Σε δύσκολες περιόδους της ζωής στερούμαι χρημάτων για τα βασικά.
  • Στην έρευνα που έκανα στερούμαι αξιόπιστων δεδομένων για κάποιες μεταβλητές.
  • Κατά την απομόνωση στερούμαι της καθημερινής ανθρώπινης επαφής και αυτό με επηρεάζει.